Ticker

9/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Πρόταση με όνειρο


Από τη γέννησή της ακόμη η Ευρυδίκη βιώνει την πατρική απόρριψη… Σε ηλικία πέντε ετών παραχωρείται, ως «ανιψιά», στον υποψήφιο βουλευτή Θεοδόση Σπηλιόπουλο και στη σύζυγό του Ευγενία, που είναι άτεκνοι. Καθώς μεγαλώνει, η αυστηρή Ευγενία την αντιμετωπίζει ως απειλή για την καριέρα του συζύγου της και την κοινωνική τους θέση. Ακολουθεί ο γάμος της από συνοικέσιο και με τη θερμή συναίνεση του πατέρα της, με τον πολύ μεγαλύτερό της Χαράλαμπο, ο οποίος την οδηγεί σε μια τρίτη οικογένεια. Αποκτά δύο κόρες... 
Η Ευρυδίκη βιώνει τη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία μέσα στον γάμο. Αντιλαμβάνεται όχι μόνο ότι καμμιά από τις τρεις οικογένειές της δεν μπορεί να τη στηρίξει, αλλά επιπλέον καθεμιά τους κρύβει και ένα «στοιχειό» για εκείνην, το οποίο καλείται να βρει το θάρρος να αντιμετωπίσει. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ξυπνά, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται και ο έρωτας στο πρόσωπο ενός συνομηλίκου της. Η ώρα να κάνει γενναία βήματα για να κερδίσει, επιτέλους, τη ζωή της, έχει έρθει...

"Συμφιλιωμένη με την απόρριψη, θα νικήσει τον φόβο;"

Δεν μένει παρά να το διαβάσετε, για να το μάθετε. Εγώ, το έμαθα μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου που μου άρεσε πολύ. Αλλά, για να αποφασίσετε εσείς και μόνο, ακολουθεί ένα μικρό, χαρακτηριστικό απόσπασμα...


Oλιγόλογος κι όχι τόσο θορυβώδης όσο συνήθιζε, ο Ελισσαίος έπαιζε χαρτιά νευρικός και μάλλον αφηρημένος, στο μικρό καφενείο, εκεί όπου για άλλη μια φορά είχαν καταφύγει άνδρες σκυθρωποί, με βήματα βαριά και τα σημάδια της κούρασης απ’ όλους τους καιρούς και τους ανέμους στ’ αυλακωμένα πρόσωπα, αποζητώντας τη θαλπωρή της αίθουσας, τις κουβέντες και τ’ αστεία των συγχωριανών τους.

Έχανε και κέρναγε ουζάκια τους φίλους του, που τον συντρόφευαν στην ανησυχία του χωρίς ωστόσο να την προσδιορίζουν. Δεν είχε αναφέρει το παραμικρό σε κανέναν –ποιός ο λόγος άλλωστε;– θα είχε όλον τον καιρό μετά για να μιλήσει ή να σωπάσει, ανάλογα με το πώς θα έρχονταν τα πράγματα. Όχι ότι κανένας δεν μιλούσε γι’ αυτά τα πράγματα, όλο και κάποιος βρισκόταν να τα μοιραστεί με την παρέα, αλλά ο Ελισσαίος ήταν της γνώμης πως οι άνδρες δεν μιλούν γι’ αυτά, δεν τους ταιριάζει, δεν τους αφορά· μονάχα το αποτέλεσμα μετρούσε. Ήταν μια δροσερή βραδιά, στο τελείωμα της άνοιξης του 1956. Οι πυγολαμπίδες χόρευαν ανάλαφρες με αστραφτερές αναλαμπές ανάμεσα στα δένδρα και στα σοκάκια, με το ασταμάτητο τραγούδι των γρύλλων συνοδεία, όμως στον Ελισσαίο φαινόταν η νύχτα να πέφτει με βασανιστική βραδύτητα πάνω από τον οικισμό, σαν άλογο στην ανηφόρα, απρόθυμο να κουβαλήσει άλλο βάρος. Συχνά-πυκνά, έπαιρνε τα μάτια από την παρέα και, δήθεν τυχαία, με αδιάφορο βλέμμα, κοίταζε πότε την πόρτα και πότε το παράθυρο του καφενείου. Όμως, καθώς η ώρα περνούσε και τίποτε δεν ερχόταν να διακόψει τη συνηθισμένη ροή μιας ακόμη ανδρικής βραδιάς εκεί, τον κατέλαβε καινούργια ανησυχία, μήπως από στιγμή σε στιγμή οι φίλοι του, αποκαμωμένοι από τον κάματο της ημέρας και τ’ αποκάρωμα του ούζου, σηκώνονταν και έφευγαν· και τότε θα έμενε μόνος και θα αναγκαζόταν κι αυτός να καληνυχτίσει τον καφετζή και να φύγει. Και δεν ήθελε να φύγει. Όχι ακόμη, όχι πριν. Ας ερχόταν, επιτέλους, η στιγμή! Του ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός και μισόκλεισε τα βλέφαρα, ύστερα προσκάλεσε τους φίλους του για μιαν ακόμη παρτίδα, με τη σκέψη καρφωμένη σ’ ένα δωμάτιο μισοφωτισμένο από τις λάμπες πετρελαίου, κάπου ένα εικοσάλεπτο δρόμο πιο πέρα. Ήταν εκεί όπου η γυναίκα του, η Χριστίνα, ....